Έγκλημα: Ανατίναξαν τους εκσκαφείς λιγνίτη στα ορυχεία της Κοζάνης για να είναι αδύνατη η επιστροφή στην ενεργειακή αυτάρκεια!

Στο ορυχείο της Μαυροπηγής στην Κοζάνη, η κυβέρνηση προχώρησε στην ανατίναξη τριών γιγαντιαίων καδοφόρων εκσκαφέων διαπράττοντας έγκλημα κατά των Ελλήνων φορολογουμένων.

Μηχανήματα μήκους περίπου 100 μέτρων, ύψους 50 μέτρων και βάρους άνω των 150 τόνων το καθένα, που για δεκαετίες αποτελούσαν σύμβολο της λιγνιτικής βιομηχανίας της Δυτικής Μακεδονίας, εξαφανίστηκαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Η επίσημη εκδοχή μιλά για «απόσυρση παλαιού εξοπλισμού που δεν χρησιμοποιείται πλέον» αλλά πρόκειται για μηχανήματα τα οποία κόστισαν πολύ ακριβά στον ελληνικό λαό για να αγοραστούν.

Για χιλιάδες κατοίκους της περιοχής η εικόνα αυτή δεν είναι απλά «τέλος εποχής».

Είναι η οριστική «ταφόπλακα» στην τοπική οικονομία, που χτίστηκε γύρω από τον λιγνίτη για περισσότερα από 60 χρόνια.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, από το 2019 και μετά, έχει επιταχύνει δραματικά την απολιγνιτοποίηση.

Στόχος ήταν από την αρχή οι μηδενικές εκπομπές άνθρακα μέχρι το 2028-2030, σε ευθυγράμμιση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες.

Μία «ευθυγράμμιση» όμως την οποία δεν ακολούθησαν «πονηρές» χώρες όπως η Πολωνία και η Γερμανία οι οποίες πρόσφεραν στους εαυτούς τους, μεγάλες παρατάσεις.

Ειδικά τώρα που δεν έχει το ρωσικό φθηνό φυσικό αέριο, η Γερμανία θα είχε καταστραφεί χωρίς τον λιγνίτη.

Η περιοχή της Κοζάνης, της Πτολεμαΐδας και της Φλώρινας, που ζούσε από τα ορυχεία βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε μαζικές απολύσεις, κλείσιμο μονάδων και εγκατάλειψη.

Οι υποσχέσεις για «δίκαιη μετάβαση» και δισεκατομμύρια ευρώ από ευρωπαϊκά κονδύλια παραμένουν σε μεγάλο βαθμό στα χαρτιά.

Αντί για νέες θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας, η περιοχή βλέπει ανέργους, φτώχεια και νέους να φεύγουν.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση σπρώχνει μαζικά τις ανεμογεννήτριες και τα φωτοβολταϊκά, συχνά σε περιοχές όπου ντόπιοι και περιβαλλοντικές οργανώσεις καταγγέλλουν υπερβολική εγκατάσταση χωρίς επαρκή χωροταξικό σχεδιασμό.

Για πολλούς κατοίκους της Δυτικής Μακεδονίας, η ανατίναξη των εκσκαφέων δεν είναι τεχνική διαδικασία. Είναι συμβολική πράξη.

Είναι η επιβεβαίωση ότι η κυβέρνηση επέλεξε την «πράσινη μετάβαση», χωρίς να εξασφαλίσει εναλλακτικές λύσεις που να στηρίζουν πραγματικά την τοπική κοινωνία.

Ενώ η χώρα εξαρτάται ακόμα από εισαγόμενο φυσικό αέριο και το ακριβό ρεύμα, ενώ οι λογαριασμοί των νοικοκυριών παραμένουν υψηλοί, η κυβέρνηση προχωρά στην κατεδάφιση του μοναδικού εγχώριου ενεργειακού πόρου που είχε η Ελλάδα για δεκαετίες.

Και όλα αυτά τη στιγμή που η ενεργειακή ασφάλεια θα έπρεπε να είναι προτεραιότητα.

Για περισσότερο από μισό αιώνα, η οικονομική και βιομηχανική ανασυγκρότηση της μεταπολεμικής Ελλάδας στηρίχθηκε στους ώμους ενός ταπεινού, αλλά πολύτιμου εγχώριου ορυκτού: Του λιγνίτη.

Το στρατηγικό αυτό καύσιμο, που δικαιωματικά κέρδισε το παρατσούκλι «ελληνικός καφετής χρυσός», αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά του ενεργειακού συστήματος της χώρας και τον βασικότερο μοχλό για το πέρασμα της Ελλάδας στη σύγχρονη εποχή.

Η γέννηση της ενεργειακής ανεξαρτησίας

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, η Ελλάδα προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου. Έθεσε ως πρωτεύοντα στόχο την αξιοποίηση των εγχώριων ενεργειακών πηγών, ώστε να σταματήσει η εξάρτηση από το πανάκριβο, εισαγόμενο πετρέλαιο.

Το μεγάλο «στοίχημα» κερδήθηκε στα απέραντα ορυχεία της Πτολεμαΐδας και, αργότερα, της Μεγαλόπολης. Ο λιγνίτης, αν και χαμηλής θερμιδικής αξίας σε σχέση με τον λιθάνθρακα της κεντρικής Ευρώπης, βρισκόταν σε τεράστιες ποσότητες στο ελληνικό υπέδαφος και η εξόρυξή του ήταν εύκολη και οικονομική.

Ο φθηνός ηλεκτρισμός ως καύσιμο της ανάπτυξης

Η συστηματική εκμετάλλευση του λιγνίτη άλλαξε ριζικά τα δεδομένα της χώρας με τρεις καθοριστικούς τρόπους:

Εξηλεκτρισμός της υπαίθρου: Το ρεύμα έφτασε και στο πιο απομακρυσμένο ελληνικό χωριό, εκσυγχρονίζοντας την καθημερινότητα των πολιτών και στηρίζοντας την αγροτική παραγωγή.

Βιομηχανικό άλμα: Ο φθηνός και άφθονος ηλεκτρισμός επέτρεψε τη δημιουργία μεγάλων βιομηχανικών μονάδων (χαλυβουργίες, τσιμεντοβιομηχανίες, διυλιστήρια), οι οποίες δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν με εισαγόμενα καύσιμα.

Θωράκιση της οικονομίας: Σε περιόδους παγκόσμιων κρίσεων (όπως οι πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του ’70), ο λιγνίτης κράτησε την Ελλάδα όρθια, προσφέροντας ενεργειακή ασφάλεια και σταθερές τιμές για τα νοικοκυριά.

Η εξόρυξη του ορυκτού αναμόρφωσε ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές. Η Δυτική Μακεδονία και η Αρκαδία μετατράπηκαν στις «ενεργεργειακές καρδιές» της Ελλάδας. Χιλιάδες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν στα ορυχεία και στους ατμοηλεκτρικούς σταθμούς (ΑΗΣ), στηρίζοντας την τοπική οικονομία, συγκρατώντας τον πληθυσμό στην περιφέρεια και δημιουργώντας μια ισχυρή εξειδικευμένη εργατική τάξη.

Το τέλος μιας εποχής

Σήμερα, υπό το βάρος της υποτιθέμενης κλιματικής αλλαγής και των ευρωπαϊκών στόχων για την απανθρακοποίηση, η Ελλάδα βαδίζει προς την πλήρη απολιγνιτοποίηση, στρεφόμενη στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.

Ωστόσο, η ιστορική αλήθεια παραμένει αναλλοίωτη: Χωρίς τη συμβολή του λιγνίτη, η μεταπολεμική Ελλάδα δεν θα είχε καταφέρει ποτέ να πετύχει το οικονομικό θαύμα της ανάπτυξής της.

Σχετικές δημοσιεύσεις